新出
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πρωτοεμφανιζόμενος (ιδιαίτερα για λεξιλόγιο, κάντζι κ.λπ. σε σχολικό εγχειρίδιο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 新出する
- Παρόν (ευγενικό)
- 新出します
- Άρνηση (απλή)
- 新出しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 新出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 新出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 新出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 新出しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 新出しませんでした
- Τε-μορφή
- 新出して
- Δυνητική
- 新出できる
- Προστακτική
- 新出しろ
- Βουλητική
- 新出しよう
- Υποθετική (ば)
- 新出すれば
- Υποθετική (たら)
- 新出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 新出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 新出するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 新出しなさい
- Παθητική
- 新出される
- Αιτιατική
- 新出させる