しんはつばい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νέα κυκλοφορία, διάθεση (νέου προϊόντος) στην αγορά, λανσάρισμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
新発売する
Παρόν (ευγενικό)
新発売します
Άρνηση (απλή)
新発売しない
Άρνηση (ευγενική)
新発売しません
Παρελθόν (απλό)
新発売した
Παρελθόν (ευγενικό)
新発売しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
新発売しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
新発売しませんでした
Τε-μορφή
新発売して
Δυνητική
新発売できる
Προστακτική
新発売しろ
Βουλητική
新発売しよう
Υποθετική (ば)
新発売すれば