しんちく

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νεόδμητο κτίριο, νέα κατασκευή

Κλίση

Παρόν (απλό)
新築する
Παρόν (ευγενικό)
新築します
Άρνηση (απλή)
新築しない
Άρνηση (ευγενική)
新築しません
Παρελθόν (απλό)
新築した
Παρελθόν (ευγενικό)
新築しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
新築しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
新築しませんでした
Τε-μορφή
新築して
Δυνητική
新築できる
Προστακτική
新築しろ
Βουλητική
新築しよう
Υποθετική (ば)
新築すれば