しんぺん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νέα έκδοση, νέα επιμέλεια
  2. 02 νέος σχηματισμός (στρατιωτικής δύναμης, μονάδας, κ.λπ.), νέα οργάνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
新編する
Παρόν (ευγενικό)
新編します
Άρνηση (απλή)
新編しない
Άρνηση (ευγενική)
新編しません
Παρελθόν (απλό)
新編した
Παρελθόν (ευγενικό)
新編しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
新編しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
新編しませんでした
Τε-μορφή
新編して
Δυνητική
新編できる
Προστακτική
新編しろ
Βουλητική
新編しよう
Υποθετική (ば)
新編すれば