しんちんたいしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ανανέωση, αντικατάσταση, αναγέννηση, αναζωογόνηση
  2. 02 μεταβολισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
新陳代謝する
Παρόν (ευγενικό)
新陳代謝します
Άρνηση (απλή)
新陳代謝しない
Άρνηση (ευγενική)
新陳代謝しません
Παρελθόν (απλό)
新陳代謝した
Παρελθόν (ευγενικό)
新陳代謝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
新陳代謝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
新陳代謝しませんでした
Τε-μορφή
新陳代謝して
Δυνητική
新陳代謝できる
Προστακτική
新陳代謝しろ
Βουλητική
新陳代謝しよう
Υποθετική (ば)
新陳代謝すれば