ほうこうける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατευθύνω, οδηγώ, προσανατολίζω, ευθυγραμμίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
方向付ける
Παρόν (ευγενικό)
方向付けます
Άρνηση (απλή)
方向付けない
Άρνηση (ευγενική)
方向付けません
Παρελθόν (απλό)
方向付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
方向付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
方向付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
方向付けませんでした
Τε-μορφή
方向付けて
Δυνητική
方向付けられる
Προστακτική
方向付けろ
Βουλητική
方向付けよう
Υποθετική (ば)
方向付ければ