ほどこ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δίνω (χρόνο, χρήματα, αγαθά), δωρίζω
  2. 02 κάνω, εκτελώ, τελώ, διεξάγω
  3. 03 εφαρμόζω (επεξεργασία, μακιγιάζ κ.ά.), προσθέτω (π.χ. διακόσμηση, σχολιασμό)
  4. 04 σπέρνω, σκορπίζω (π.χ. λίπασμα), ραντίζω, πασπαλίζω
  5. 05 αρχαϊκό διαδίδω ευρέως, εξαπλώνω παντού

Παραδείγματα

  • こまっているひとほどこします

    Βοηθάω τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη.

  • 怪我けが適切てきせつ処置しょちほどこした

    Έκανα την κατάλληλη περιποίηση στο τραύμα.

  • その職人しょくにんは、作品さくひん繊細せんさい装飾そうしょくほどこし、見事みごと仕上しあがりとなった。

    Ο τεχνίτης εφάρμοσε λεπτομερή διακόσμηση στο έργο, με αποτέλεσμα ένα υπέροχο φινίρισμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
施す
Παρόν (ευγενικό)
施します
Άρνηση (απλή)
施さない
Άρνηση (ευγενική)
施しません
Παρελθόν (απλό)
施した
Παρελθόν (ευγενικό)
施しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
施さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
施しませんでした
Τε-μορφή
施して
Δυνητική
施せる
Προστακτική
施せ
Βουλητική
施そう
Υποθετική (ば)
施せば