じょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ράβδωση κάννης όπλου, χάραξη γραμμών

Κλίση

Παρόν (απλό)
施条する
Παρόν (ευγενικό)
施条します
Άρνηση (απλή)
施条しない
Άρνηση (ευγενική)
施条しません
Παρελθόν (απλό)
施条した
Παρελθόν (ευγενικό)
施条しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
施条しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
施条しませんでした
Τε-μορφή
施条して
Δυνητική
施条できる
Προστακτική
施条しろ
Βουλητική
施条しよう
Υποθετική (ば)
施条すれば