施術
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 θεραπεία (ιατρική, καλλυντική, μάλαξη κ.λπ.), εκτέλεση (θεραπείας, ύπνωσης κ.λπ.), άσκηση
- 02 χειρουργική επέμβαση, διαδικασία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 施術する
- Παρόν (ευγενικό)
- 施術します
- Άρνηση (απλή)
- 施術しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 施術しません
- Παρελθόν (απλό)
- 施術した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 施術しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 施術しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 施術しませんでした
- Τε-μορφή
- 施術して
- Δυνητική
- 施術できる
- Προστακτική
- 施術しろ
- Βουλητική
- 施術しよう
- Υποθετική (ば)
- 施術すれば
- Υποθετική (たら)
- 施術したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 施術したい
- Απαγορευτική (~な)
- 施術するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 施術しなさい
- Παθητική
- 施術される
- Αιτιατική
- 施術させる