たびあきな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλανόδιο εμπόριο, πλανόδιος έμπορος

Κλίση

Παρόν (απλό)
旅商いする
Παρόν (ευγενικό)
旅商いします
Άρνηση (απλή)
旅商いしない
Άρνηση (ευγενική)
旅商いしません
Παρελθόν (απλό)
旅商いした
Παρελθόν (ευγενικό)
旅商いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
旅商いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
旅商いしませんでした
Τε-μορφή
旅商いして
Δυνητική
旅商いできる
Προστακτική
旅商いしろ
Βουλητική
旅商いしよう
Υποθετική (ば)
旅商いすれば