せいひょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έπαινος για τις καλές πράξεις κάποιου και γνωστοποίησή τους στο ευρύ κοινό

Κλίση

Παρόν (απλό)
旌表する
Παρόν (ευγενικό)
旌表します
Άρνηση (απλή)
旌表しない
Άρνηση (ευγενική)
旌表しません
Παρελθόν (απλό)
旌表した
Παρελθόν (ευγενικό)
旌表しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
旌表しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
旌表しませんでした
Τε-μορφή
旌表して
Δυνητική
旌表できる
Προστακτική
旌表しろ
Βουλητική
旌表しよう
Υποθετική (ば)
旌表すれば