どく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη ανάγνωση αλλά μη απόκριση σε μήνυμα (σε εφαρμογή συνομιλίας), αφήνω κάποιον στο διαβάστηκε

Κλίση

Παρόν (απλό)
既読無視する
Παρόν (ευγενικό)
既読無視します
Άρνηση (απλή)
既読無視しない
Άρνηση (ευγενική)
既読無視しません
Παρελθόν (απλό)
既読無視した
Παρελθόν (ευγενικό)
既読無視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
既読無視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
既読無視しませんでした
Τε-μορφή
既読無視して
Δυνητική
既読無視できる
Προστακτική
既読無視しろ
Βουλητική
既読無視しよう
Υποθετική (ば)
既読無視すれば