ουσιαστικό, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθημερινός, καθημερινά
  2. 02 μέρες (π.χ. της νιότης)
  3. 03 κάθε μέρα, μέρα με τη μέρα, από μέρα σε μέρα

Παραδείγματα

  • 日々ひび勉強べんきょうします。

    Διαβάζω καθημερινά.

  • 日々ひびあたらしいことをまなんでいます。

    Κάθε μέρα μαθαίνω κάτι καινούριο.

  • この仕事しごとはじめてから、わたし日々ひび充実じゅうじつしています。

    Από τότε που ξεκίνησα αυτή τη δουλειά, η καθημερινότητά μου είναι γεμάτη.