びる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βλέπω το φως της ημέρας, αποκαλύπτομαι (στον κόσμο), πραγματοποιούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
日の目を浴びる
Παρόν (ευγενικό)
日の目を浴びます
Άρνηση (απλή)
日の目を浴びない
Άρνηση (ευγενική)
日の目を浴びません
Παρελθόν (απλό)
日の目を浴びた
Παρελθόν (ευγενικό)
日の目を浴びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
日の目を浴びなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
日の目を浴びませんでした
Τε-μορφή
日の目を浴びて
Δυνητική
日の目を浴びられる
Προστακτική
日の目を浴びろ
Βουλητική
日の目を浴びよう
Υποθετική (ば)
日の目を浴びれば