かぎ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέτω χρονικό περιορισμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
日を限る
Παρόν (ευγενικό)
日を限ります
Άρνηση (απλή)
日を限らない
Άρνηση (ευγενική)
日を限りません
Παρελθόν (απλό)
日を限った
Παρελθόν (ευγενικό)
日を限りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
日を限らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
日を限りませんでした
Τε-μορφή
日を限って
Δυνητική
日を限れる
Προστακτική
日を限れ
Βουλητική
日を限ろう
Υποθετική (ば)
日を限れば