にっさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθημερινή επίσκεψη σε ναό ή ιερό (για προσκύνημα)
  2. 02 συχνή επίσκεψη, καθημερινή επίσκεψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
日参する
Παρόν (ευγενικό)
日参します
Άρνηση (απλή)
日参しない
Άρνηση (ευγενική)
日参しません
Παρελθόν (απλό)
日参した
Παρελθόν (ευγενικό)
日参しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
日参しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
日参しませんでした
Τε-μορφή
日参して
Δυνητική
日参できる
Προστακτική
日参しろ
Βουλητική
日参しよう
Υποθετική (ば)
日参すれば