日向臭い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 που μυρίζει ήλιο, που έχει τη μυρωδιά των ρούχων που στέγνωσαν στον ήλιο
- 02 επαρχιώτικος, χωριάτικος, ακατέργαστος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 日向臭い
- Παρόν (ευγενικό)
- 日向臭いです
- Άρνηση (απλή)
- 日向臭くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 日向臭くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 日向臭かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 日向臭かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 日向臭くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 日向臭くなかったです
- Τε-μορφή
- 日向臭くて
- Υποθετική (ば)
- 日向臭ければ
- Υποθετική (たら)
- 日向臭かったら