日当たりの良い
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ηλιόλουστος (για δωμάτιο κ.λπ.), με καλό φυσικό φωτισμό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 日当たりの良い
- Παρόν (ευγενικό)
- 日当たりの良いです
- Άρνηση (απλή)
- 日当たりの良くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 日当たりの良くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 日当たりの良かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 日当たりの良かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 日当たりの良くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 日当たりの良くなかったです
- Τε-μορφή
- 日当たりの良くて
- Υποθετική (ば)
- 日当たりの良ければ
- Υποθετική (たら)
- 日当たりの良かったら