ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηλιακό έγκαυμα, μαύρισμα, ηλιοκαμένο δέρμα
  2. 02 αποχρωματισμός από τον ήλιο (π.χ. χαρτιού), κιτρίνισμα
  3. 03 στέγνωμα, ξήρανση (ποταμού, χωραφιού κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 日焼けひやけしました

    Μαύρισα.

  • うみでたくさんあそんだので、日焼けひやけしました

    Επειδή έπαιξα πολύ στη θάλασσα, μαύρισα.

  • 長時間ちょうじかん屋外活動おくがいかつどうでは、おもわぬ日焼けひやけをしてしまうことがあるので、注意ちゅうい必要ひつようです。

    Όταν κάνουμε πολύωρες δραστηριότητες σε εξωτερικούς χώρους, μπορεί να πάθουμε απρόσμενα ηλιακό έγκαυμα, οπότε χρειάζεται προσοχή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
日焼けする
Παρόν (ευγενικό)
日焼けします
Άρνηση (απλή)
日焼けしない
Άρνηση (ευγενική)
日焼けしません
Παρελθόν (απλό)
日焼けした
Παρελθόν (ευγενικό)
日焼けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
日焼けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
日焼けしませんでした
Τε-μορφή
日焼けして
Δυνητική
日焼けできる
Προστακτική
日焼けしろ
Βουλητική
日焼けしよう
Υποθετική (ば)
日焼けすれば