にっをつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τηρώ ημερολόγιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
日記をつける
Παρόν (ευγενικό)
日記をつけます
Άρνηση (απλή)
日記をつけない
Άρνηση (ευγενική)
日記をつけません
Παρελθόν (απλό)
日記をつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
日記をつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
日記をつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
日記をつけませんでした
Τε-μορφή
日記をつけて
Δυνητική
日記をつけられる
Προστακτική
日記をつけろ
Βουλητική
日記をつけよう
Υποθετική (ば)
日記をつければ