たんせきせま

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία βρίσκομαι στο χείλος του θανάτου

Κλίση

Παρόν (απλό)
旦夕に迫る
Παρόν (ευγενικό)
旦夕に迫ります
Άρνηση (απλή)
旦夕に迫らない
Άρνηση (ευγενική)
旦夕に迫りません
Παρελθόν (απλό)
旦夕に迫った
Παρελθόν (ευγενικό)
旦夕に迫りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
旦夕に迫らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
旦夕に迫りませんでした
Τε-μορφή
旦夕に迫って
Δυνητική
旦夕に迫れる
Προστακτική
旦夕に迫れ
Βουλητική
旦夕に迫ろう
Υποθετική (ば)
旦夕に迫れば