だん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι ερωμένη, υπηρετώ ως παλλακίδα
  2. 02 υπηρετώ τον κύριό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
旦那取りする
Παρόν (ευγενικό)
旦那取りします
Άρνηση (απλή)
旦那取りしない
Άρνηση (ευγενική)
旦那取りしません
Παρελθόν (απλό)
旦那取りした
Παρελθόν (ευγενικό)
旦那取りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
旦那取りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
旦那取りしませんでした
Τε-μορφή
旦那取りして
Δυνητική
旦那取りできる
Προστακτική
旦那取りしろ
Βουλητική
旦那取りしよう
Υποθετική (ば)
旦那取りすれば