きゅうとうぼくしゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προσκόλληση σε παλιές συνήθειες, εμμονή σε παλιές παραδόσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
旧套墨守する
Παρόν (ευγενικό)
旧套墨守します
Άρνηση (απλή)
旧套墨守しない
Άρνηση (ευγενική)
旧套墨守しません
Παρελθόν (απλό)
旧套墨守した
Παρελθόν (ευγενικό)
旧套墨守しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
旧套墨守しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
旧套墨守しませんでした
Τε-μορφή
旧套墨守して
Δυνητική
旧套墨守できる
Προστακτική
旧套墨守しろ
Βουλητική
旧套墨守しよう
Υποθετική (ば)
旧套墨守すれば