早はやい

επίθετο | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 速い γρήγορος, ταχύς, σβέλτος, άμεσος
  2. 02 νωρίς, πρόωρα, πιο νωρίς από το συνηθισμένο
  3. 03 πρόωρος, πολύ νωρίς, υπερβολικά νωρίς
  4. 04 ειδικά ως 早い εύκολος, απλός, γρήγορος, ταχύς
  5. 05 μόλις, τη στιγμή που, αμέσως μόλις

Παραδείγματα

  • 私は早はやく起おきます。

    Ξυπνάω νωρίς.

  • 仕事しごとを早はやく終おわらせましょう。

    Ας τελειώσουμε τη δουλειά νωρίς/γρήγορα.

  • 何事なにごとも早はやめに行動こうどうするに越こしたことはありません。

    Σε οτιδήποτε, είναι προτιμότερο να ενεργούμε νωρίς.

Κλίση

Παρόν (απλό)
早い
Παρόν (ευγενικό)
早いです
Άρνηση (απλή)
早くない
Άρνηση (ευγενική)
早くないです
Παρελθόν (απλό)
早かった
Παρελθόν (ευγενικό)
早かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
早くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
早くなかったです
Τε-μορφή
早くて
Υποθετική (ば)
早ければ