早める
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεταφέρω νωρίτερα (π.χ. κατά 3 ώρες), προωθώ, επισπεύδω (π.χ. τον θάνατο κάποιου), επιταχύνω, προκαλώ πρόωρα
- 02 επιταχύνω (π.χ. το βήμα), αυξάνω την ταχύτητα
Παραδείγματα
-
会合の時間を早めます。
Θα επισπεύσω την ώρα της συνάντησης.
-
計画を早めることで、より早く目標を達成できるでしょう。
Επισπεύδοντας το σχέδιο, θα μπορέσουμε να επιτύχουμε τους στόχους μας νωρίτερα.
-
経済回復を早めるためには、政府の大胆な政策が不可欠です。
Για να επιταχυνθεί η οικονομική ανάκαμψη, είναι απαραίτητες τολμηρές κυβερνητικές πολιτικές.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 早める
- Παρόν (ευγενικό)
- 早めます
- Άρνηση (απλή)
- 早めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 早めません
- Παρελθόν (απλό)
- 早めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 早めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 早めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 早めませんでした
- Τε-μορφή
- 早めて
- Δυνητική
- 早められる
- Προστακτική
- 早めろ
- Βουλητική
- 早めよう
- Υποθετική (ば)
- 早めれば
- Υποθετική (たら)
- 早めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 早めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 早めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 早めなさい
- Παθητική
- 早められる
- Αιτιατική
- 早めさせる