はやわかり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γρήγορη κατανόηση, άμεση αντίληψη
  2. 02 οδηγός (για αρχαρίους), εύκολος οδηγός, οδηγός γρήγορης έναρξης, εγχειρίδιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
早わかりする
Παρόν (ευγενικό)
早わかりします
Άρνηση (απλή)
早わかりしない
Άρνηση (ευγενική)
早わかりしません
Παρελθόν (απλό)
早わかりした
Παρελθόν (ευγενικό)
早わかりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
早わかりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
早わかりしませんでした
Τε-μορφή
早わかりして
Δυνητική
早わかりできる
Προστακτική
早わかりしろ
Βουλητική
早わかりしよう
Υποθετική (ば)
早わかりすれば