はや

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρόωρη αποχώρηση από την εργασία ή το σχολείο
  2. 02 γρήγορη αναζήτηση (σε λεξικό, ευρετήριο κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
早引きする
Παρόν (ευγενικό)
早引きします
Άρνηση (απλή)
早引きしない
Άρνηση (ευγενική)
早引きしません
Παρελθόν (απλό)
早引きした
Παρελθόν (ευγενικό)
早引きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
早引きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
早引きしませんでした
Τε-μορφή
早引きして
Δυνητική
早引きできる
Προστακτική
早引きしろ
Βουλητική
早引きしよう
Υποθετική (ば)
早引きすれば