早起き
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πρωινό ξύπνημα
- 02 πρωινός τύπος, αυτός που ξυπνά νωρίς
Παραδείγματα
-
早起きは健康にいいです。
Το πρωινό ξύπνημα είναι καλό για την υγεία.
-
私はいつも早起きなので、朝の時間を有効に使えます。
Επειδή ξυπνάω πάντα νωρίς, μπορώ να εκμεταλλευτώ αποτελεσματικά τον πρωινό χρόνο.
-
毎朝の早起きを習慣にすると、一日を活動的に過ごすことができ、心身ともに充実した毎日が送れます。
Αν κάνεις συνήθεια το πρωινό ξύπνημα κάθε μέρα, μπορείς να περάσεις τη μέρα σου δραστήρια και να έχεις μια γεμάτη καθημερινότητα τόσο σωματικά όσο και ψυχικά.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 早起きする
- Παρόν (ευγενικό)
- 早起きします
- Άρνηση (απλή)
- 早起きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 早起きしません
- Παρελθόν (απλό)
- 早起きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 早起きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 早起きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 早起きしませんでした
- Τε-μορφή
- 早起きして
- Δυνητική
- 早起きできる
- Προστακτική
- 早起きしろ
- Βουλητική
- 早起きしよう
- Υποθετική (ば)
- 早起きすれば
- Υποθετική (たら)
- 早起きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 早起きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 早起きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 早起きしなさい
- Παθητική
- 早起きされる
- Αιτιατική
- 早起きさせる