しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξάχνωση
  2. 02 εξιδανίκευση (μιας παρόρμησης)
  3. 03 εξιδανίκευση (δηλαδή μετασχηματισμός σε μια πιο αγνή ή ανώτερη μορφή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
昇華する
Παρόν (ευγενικό)
昇華します
Άρνηση (απλή)
昇華しない
Άρνηση (ευγενική)
昇華しません
Παρελθόν (απλό)
昇華した
Παρελθόν (ευγενικό)
昇華しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
昇華しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
昇華しませんでした
Τε-μορφή
昇華して
Δυνητική
昇華できる
Προστακτική
昇華しろ
Βουλητική
昇華しよう
Υποθετική (ば)
昇華すれば