明あかす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνάω (τη νύχτα), διανύω
  2. 02 αποκαλύπτω, φανερώνω, γνωστοποιώ, εκθέτω
  3. 03 αποδεικνύω, επαληθεύω, επιβεβαιώνω

Παραδείγματα

  • 彼かれは夜よるを明あかしました。

    Αυτός ξενύχτησε.

  • 彼女かのじょは私わたしに秘密ひみつを明あかしてくれました。

    Μου αποκάλυψε το μυστικό της.

  • 長年ながねんの疑問ぎもんが解決かいけつされ、ついに真実しんじつが明あかされました。

    Μετά από χρόνια αμφιβολιών, λύθηκε το μυστήριο και επιτέλους αποκαλύφθηκε η αλήθεια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
明かす
Παρόν (ευγενικό)
明かします
Άρνηση (απλή)
明かさない
Άρνηση (ευγενική)
明かしません
Παρελθόν (απλό)
明かした
Παρελθόν (ευγενικό)
明かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
明かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
明かしませんでした
Τε-μορφή
明かして
Δυνητική
明かせる
Προστακτική
明かせ
Βουλητική
明かそう
Υποθετική (ば)
明かせば