める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να ξημερώνω, χαράζει

Κλίση

Παρόν (απλό)
明け初める
Παρόν (ευγενικό)
明け初めます
Άρνηση (απλή)
明け初めない
Άρνηση (ευγενική)
明け初めません
Παρελθόν (απλό)
明け初めた
Παρελθόν (ευγενικό)
明け初めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
明け初めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
明け初めませんでした
Τε-μορφή
明け初めて
Δυνητική
明け初められる
Προστακτική
明け初めろ
Βουλητική
明け初めよう
Υποθετική (ば)
明け初めれば