めいべん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάκριση, καθαρή ανάλυση
  2. 02 σαφής έκφραση, διακεκριμένος λόγος

Κλίση

Παρόν (απλό)
明弁する
Παρόν (ευγενικό)
明弁します
Άρνηση (απλή)
明弁しない
Άρνηση (ευγενική)
明弁しません
Παρελθόν (απλό)
明弁した
Παρελθόν (ευγενικό)
明弁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
明弁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
明弁しませんでした
Τε-μορφή
明弁して
Δυνητική
明弁できる
Προστακτική
明弁しろ
Βουλητική
明弁しよう
Υποθετική (ば)
明弁すれば