めいあんける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρίνω το αποτέλεσμα (π.χ. ενός παιχνιδιού)
  2. 02 διαφέρω σημαντικά, παρουσιάζω έντονη αντίθεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
明暗を分ける
Παρόν (ευγενικό)
明暗を分けます
Άρνηση (απλή)
明暗を分けない
Άρνηση (ευγενική)
明暗を分けません
Παρελθόν (απλό)
明暗を分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
明暗を分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
明暗を分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
明暗を分けませんでした
Τε-μορφή
明暗を分けて
Δυνητική
明暗を分けられる
Προστακτική
明暗を分けろ
Βουλητική
明暗を分けよう
Υποθετική (ば)
明暗を分ければ