めいかく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διευκρίνιση, καθορισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
明確化する
Παρόν (ευγενικό)
明確化します
Άρνηση (απλή)
明確化しない
Άρνηση (ευγενική)
明確化しません
Παρελθόν (απλό)
明確化した
Παρελθόν (ευγενικό)
明確化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
明確化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
明確化しませんでした
Τε-μορφή
明確化して
Δυνητική
明確化できる
Προστακτική
明確化しろ
Βουλητική
明確化しよう
Υποθετική (ば)
明確化すれば