やす

επίθετο, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εύκολος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα πιθανός να..., έχω την τάση να...
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα εύκολος στο να...

Κλίση

Παρόν (απλό)
易い
Παρόν (ευγενικό)
易いです
Άρνηση (απλή)
易くない
Άρνηση (ευγενική)
易くないです
Παρελθόν (απλό)
易かった
Παρελθόν (ευγενικό)
易かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
易くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
易くなかったです
Τε-μορφή
易くて
Υποθετική (ば)
易ければ