昔を想う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναπολώ το παρελθόν
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 昔を想う
- Παρόν (ευγενικό)
- 昔を想います
- Άρνηση (απλή)
- 昔を想わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 昔を想いません
- Παρελθόν (απλό)
- 昔を想った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 昔を想いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 昔を想わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 昔を想いませんでした
- Τε-μορφή
- 昔を想って
- Δυνητική
- 昔を想える
- Προστακτική
- 昔を想え
- Βουλητική
- 昔を想おう
- Υποθετική (ば)
- 昔を想えば
- Υποθετική (たら)
- 昔を想ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 昔を想いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 昔を想うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 昔を想いなさい
- Παθητική
- 昔を想われる
- Αιτιατική
- 昔を想わせる