映し出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ειδικά ως 映し出す προβάλλω, δείχνω (σε οθόνη), αντανακλώ (για καθρέφτη, λίμνη κ.λπ.)
- 02 ειδικά ως 写し出す απεικονίζω, περιγράφω
- 03 ειδικά ως 映し出す αντανακλώ (την εποχή, τη διάθεση κ.λπ.)
Παραδείγματα
-
鏡が顔を映し出します。
Ο καθρέφτης αντικατοπτρίζει το πρόσωπο.
-
その絵は、当時の社会の様子をよく映し出しています。
Αυτός ο πίνακας αντικατοπτρίζει πολύ καλά την κατάσταση της κοινωνίας εκείνης της εποχής.
-
彼女の作品は、現代社会が抱える様々な問題や、そこに生きる人々の複雑な心情を鮮やかに映し出している。
Το έργο της αποτυπώνει με ζωντάνια τα διάφορα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία και τα πολύπλοκα συναισθήματα των ανθρώπων που ζουν σε αυτήν.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 映し出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 映し出します
- Άρνηση (απλή)
- 映し出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 映し出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 映し出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 映し出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 映し出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 映し出しませんでした
- Τε-μορφή
- 映し出して
- Δυνητική
- 映し出せる
- Προστακτική
- 映し出せ
- Βουλητική
- 映し出そう
- Υποθετική (ば)
- 映し出せば
- Υποθετική (たら)
- 映し出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 映し出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 映し出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 映し出しなさい
- Παθητική
- 映し出される
- Αιτιατική
- 映し出させる