えいじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντανακλώμαι (σε)
  2. 02 προκαλώ εντύπωση (σε κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
映じる
Παρόν (ευγενικό)
映じます
Άρνηση (απλή)
映じない
Άρνηση (ευγενική)
映じません
Παρελθόν (απλό)
映じた
Παρελθόν (ευγενικό)
映じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
映じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
映じませんでした
Τε-μορφή
映じて
Δυνητική
映じられる
Προστακτική
映じろ
Βουλητική
映じよう
Υποθετική (ば)
映じれば