Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
春たけなわ
春
春
はる
たけなわ
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
η άνοιξη είναι στο ζενίθ της, η κορύφωση της άνοιξης (ειδικά τον Απρίλιο), το αποκορύφωμα της άνοιξης