Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
春の使い
春
春
はる
の
使
つか
い
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ιαπωνικός αηδονόστρουθος, αγγελιοφόρος της άνοιξης