はる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκδίδομαι, εργάζομαι ως ιερόδουλη, παρέχω σεξουαλικές υπηρεσίες με αμοιβή

Κλίση

Παρόν (απλό)
春を売る
Παρόν (ευγενικό)
春を売ります
Άρνηση (απλή)
春を売らない
Άρνηση (ευγενική)
春を売りません
Παρελθόν (απλό)
春を売った
Παρελθόν (ευγενικό)
春を売りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
春を売らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
春を売りませんでした
Τε-μορφή
春を売って
Δυνητική
春を売れる
Προστακτική
春を売れ
Βουλητική
春を売ろう
Υποθετική (ば)
春を売れば