春を売る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκδίδομαι, εργάζομαι ως ιερόδουλη, παρέχω σεξουαλικές υπηρεσίες με αμοιβή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 春を売る
- Παρόν (ευγενικό)
- 春を売ります
- Άρνηση (απλή)
- 春を売らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 春を売りません
- Παρελθόν (απλό)
- 春を売った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 春を売りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 春を売らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 春を売りませんでした
- Τε-μορφή
- 春を売って
- Δυνητική
- 春を売れる
- Προστακτική
- 春を売れ
- Βουλητική
- 春を売ろう
- Υποθετική (ば)
- 春を売れば
- Υποθετική (たら)
- 春を売ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 春を売りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 春を売るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 春を売りなさい
- Παθητική
- 春を売られる
- Αιτιατική
- 春を売らせる