しゅんじゅう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι νέος, έχω νεότητα και πολλά υποσχόμενο μέλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
春秋に富む
Παρόν (ευγενικό)
春秋に富みます
Άρνηση (απλή)
春秋に富まない
Άρνηση (ευγενική)
春秋に富みません
Παρελθόν (απλό)
春秋に富んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
春秋に富みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
春秋に富まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
春秋に富みませんでした
Τε-μορφή
春秋に富んで
Δυνητική
春秋に富める
Προστακτική
春秋に富め
Βουλητική
春秋に富もう
Υποθετική (ば)
春秋に富めば