しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαλεύκανση, ρητή δήλωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
昭示する
Παρόν (ευγενικό)
昭示します
Άρνηση (απλή)
昭示しない
Άρνηση (ευγενική)
昭示しません
Παρελθόν (απλό)
昭示した
Παρελθόν (ευγενικό)
昭示しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
昭示しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
昭示しませんでした
Τε-μορφή
昭示して
Δυνητική
昭示できる
Προστακτική
昭示しろ
Βουλητική
昭示しよう
Υποθετική (ば)
昭示すれば