時ときに

σύνδεσμος, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρεμπιπτόντως, εν παρόδω
  2. 02 μερικές φορές, περιστασιακά, ενίοτε
  3. 03 ακριβώς τότε, μόλις τότε

Παραδείγματα

  • 時ときに、雨あめが降ふります。

    Μερικές φορές, βρέχει.

  • 彼かれは時ときに、冗談じょうだんを言いってみんなを笑わらわせます。

    Αυτός, μερικές φορές, λέει αστεία και κάνει τους πάντες να γελούν.

  • 人ひとは時ときに、自分じぶんの行動こうどうがもたらす結果けっかについて深ふかく考かんがえる必要ひつようがあります。

    Ο άνθρωπος, ενίοτε, πρέπει να σκεφτεί σοβαρά τις συνέπειες των πράξεών του.