時ときには

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάποτε, ενίοτε

Παραδείγματα

  • 時にはときには本ほんを読よみます。

    Μερικές φορές διαβάζω βιβλία.

  • 仕事しごとの後あと、時にはときにはとても疲つかれます。

    Κάποιες φορές, μετά τη δουλειά, κουράζομαι πολύ.

  • どんなに計画けいかくを綿密めんみつに立たてても、時にはときには予期よきせぬ事態じたいが起おこるものです。

    Όσο προσεκτικά κι αν κάνεις τα σχέδιά σου, κάποιες φορές συμβαίνουν απρόβλεπτα πράγματα.