ときめく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανθίζω, ευημερώ, ακμάζω, απολαμβάνω μεγάλη ευημερία

Κλίση

Παρόν (απλό)
時めく
Παρόν (ευγενικό)
時めきます
Άρνηση (απλή)
時めかない
Άρνηση (ευγενική)
時めきません
Παρελθόν (απλό)
時めいた
Παρελθόν (ευγενικό)
時めきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
時めかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
時めきませんでした
Τε-μορφή
時めいて
Δυνητική
時めける
Προστακτική
時めけ
Βουλητική
時めこう
Υποθετική (ば)
時めけば