時化る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι τρικυμιώδης (για θάλασσα), έχω φουρτούνα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα περνώ δύσκολες μέρες, είμαι άφραγκος
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι σκυθρωπός, είμαι κατηφής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 時化る
- Παρόν (ευγενικό)
- 時化ます
- Άρνηση (απλή)
- 時化ない
- Άρνηση (ευγενική)
- 時化ません
- Παρελθόν (απλό)
- 時化た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 時化ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 時化なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 時化ませんでした
- Τε-μορφή
- 時化て
- Δυνητική
- 時化られる
- Προστακτική
- 時化ろ
- Βουλητική
- 時化よう
- Υποθετική (ば)
- 時化れば
- Υποθετική (たら)
- 時化たら
- Επιθυμητική (~たい)
- 時化たい
- Απαγορευτική (~な)
- 時化るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 時化なさい
- Παθητική
- 時化られる
- Αιτιατική
- 時化させる