かんをとる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφιερώνω χρόνο για να κάνω κάτι, διαθέτω χρόνο για κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
時間をとる
Παρόν (ευγενικό)
時間をとります
Άρνηση (απλή)
時間をとらない
Άρνηση (ευγενική)
時間をとりません
Παρελθόν (απλό)
時間をとった
Παρελθόν (ευγενικό)
時間をとりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
時間をとらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
時間をとりませんでした
Τε-μορφή
時間をとって
Δυνητική
時間をとれる
Προστακτική
時間をとれ
Βουλητική
時間をとろう
Υποθετική (ば)
時間をとれば