かんける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφιερώνω χρόνο (σε κάτι)

Παραδείγματα

  • 時間じかんけて、このほんみます。

    Θα αφιερώσω χρόνο για να διαβάσω αυτό το βιβλίο.

  • 成功せいこうするには、時間じかんける努力どりょく必要ひつようです。

    Για να πετύχεις, χρειάζεται προσπάθεια και χρόνος.

  • しつたかいものをつくるには、手間てま時間じかんけることがなによりも重要じゅうようです。

    Για να φτιάξεις κάτι με ποιότητα, είναι πιο σημαντικό από οτιδήποτε άλλο να αφιερώσεις κόπο και χρόνο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
時間を掛ける
Παρόν (ευγενικό)
時間を掛けます
Άρνηση (απλή)
時間を掛けない
Άρνηση (ευγενική)
時間を掛けません
Παρελθόν (απλό)
時間を掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
時間を掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
時間を掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
時間を掛けませんでした
Τε-μορφή
時間を掛けて
Δυνητική
時間を掛けられる
Προστακτική
時間を掛けろ
Βουλητική
時間を掛けよう
Υποθετική (ば)
時間を掛ければ