くらます

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κρύβομαι, εξαφανίζομαι, διαφεύγω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαπατώ, υποκρίνομαι, κοροϊδεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
晦ます
Παρόν (ευγενικό)
晦まします
Άρνηση (απλή)
晦まさない
Άρνηση (ευγενική)
晦ましません
Παρελθόν (απλό)
晦ました
Παρελθόν (ευγενικό)
晦ましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
晦まさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
晦ましませんでした
Τε-μορφή
晦まして
Δυνητική
晦ませる
Προστακτική
晦ませ
Βουλητική
晦まそう
Υποθετική (ば)
晦ませば